Τι είναι η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα;
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ) είναι μια αυτοάνοση, χρόνια, προοδευτικά εξελισσόμενη, φλεγμονώδης αρθρίτιδα.
Γράφει ο Δήμος Χ. Μερινόπουλος
Ρευματολόγος BS MSc MD MRCP
Επιστημονικός Συνεργάτης Μονάδας Ρευματολογίας Π.Γ.Ν. “ΑΤΤΙΚΟΝ”
Ιατρείο: 22650 72501 – Κινητό: 698 828 1948
Πλατεία Μητροπόλεως 5,- Άμφισσα, 33100
Δηλαδή, υπάρχει φλεγμονή (ερυθρότητα, θερμότητα, οίδημα και πόνος) στις αρθρώσεις, με περιορισμό της κινητικότητας. Επηρεάζει περίπου το 1% του πληθυσμού, μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, συχνότερα στην 4η και 5η δεκαετία της ζωής και είναι περίπου 3 φορές συχνότερη στις γυναίκες. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι είναι συστηματική νόσος, καθώς η φλεγμονή δεν επηρεάζει μόνο τις αρθρώσεις, αλλά μπορεί να επηρεάσει πολλά διαφορετικά όργανα του σώματος, όπως την καρδιά, τους πνεύμονες, τα μάτια.
Τι προκαλεί τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα;
Η ΡΑ είναι αυτοάνοση νόσος. Δηλαδή, το ανοσοποιητικό σύστημα (που είναι το σύστημα άμυνας του οργανισμού) χάνει την ικανότητά του να διακρίνει το «ίδιον» από το «μη ίδιον» (ξένο), με αποτέλεσμα λόγω αυτής της δυσλειτουργίας του, να επιτίθεται σε διάφορα όργανα του εαυτού του. Η ακριβής αιτία που συμβαίνει αυτό δεν είναι πλήρως γνωστή. Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, ΡΑ εκδηλώνεται σε γενετικά προδιατεθειμένα άτομα τα οποία θα βρεθούν σε κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν κληρονομήσει γονίδια που τους καθιστούν ευάλωτους στην ανάπτυξη αυτοανοσίας. Σε αυτούς η επίδραση του περιβάλλοντος είναι καθοριστική στο αν θα αναπτύξουν νόσο. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί είναι το κάπνισμα που επιδρά στο βλεννογόνο των πνευμόνων, διαταραχές στο μικροβίωμα (σύνολο μικροβίων) του εντέρου και λοιμώξεις στη στοματική κοιλότητα όπως η περιοδοντίτιδα (λοίμωξη των ούλων) που έχουν ως απoτέλεσμα την ανάπτυξη αυτοαντιγόνων. Δηλαδή, η ανάπτυξη της νόσου οφείλεται σε συνδυασμό προκαθορισμένων (γενετικών) και στοχαστικών (τυχαίων) γεγονότων.
Ποια είναι τα συμπτώματα της ΡΑ;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα εμφανίζονται σταδιακά και μπορεί να περάσουν εβδομάδες ή μήνες πριν γίνουν αρκετά ενοχλητικά ώστε να αναγκάσουν ένα άτομο να ζητήσει ιατρική φροντίδα. Τα πρώιμα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, μυϊκό πόνο, χαμηλό πυρετό, απώλεια βάρους και μούδιασμα/μυρμήγκιασμα στα χέρια ή στα πόδια. Στην πλήρη εκδήλωση της νόσου υπάρχει πόνος, περιορισμός της κινητικότητας, πρωινή δυσκαμψία και οίδημα στις αρθρώσεις. Η ΡΑ τυπικά προσβάλλει τις μικρές αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών συμμετρικά, ωστόσο μπορεί να εμφανιστεί και ως φλεγμονή σε μία μεγάλη άρθρωση όπως στο γόνατο ή στον ώμο (μονοαρθρίτιδα), ή πιο σπάνια με μικρής διάρκειας επεισόδια αρθρίτιδας σε διαφορετικές αρθρώσεις σε διαφορετικές χρονικές στιγμές με ασυμπτωματικά μεσοδιαστήματα (παλίνδρομος ρευματισμός).
Η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα είναι το ίδιο με την Οστεοαρθρίτιδα;
Η ΡΑ διαφέρει από την Οστεοαρθρίτιδα (ΟΑ). Η μεν ΡΑ είναι φλεγμονώδης πάθηση, η δε ΟΑ είναι εκφυλιστική. Στην ΡΑ υπάρχει φλεγμονή στον αρθρικό υμένα, δηλαδή αυξημένη αιματική ροή και συσσώρευση φλεγμονωδών κυττάρων που οφείλονται στη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, με αποτέλεσμα να υπερτρέφεται ο αρθρικός υμένας και ως εκ τούτου οι αρθρώσεις να πρήζονται και να πονούν. Στην ΟΑ το βασικό πρόβλημα είναι η προοδευτική απώλεια του χόνδρου ανάμεσα στα οστά, ο οποίος για διάφορους λόγους (γενετική προδιάθεση, αυξημένη καταπόνηση, παχυσαρκία) φθείρεται, εκφυλίζεται με την πάροδο του χρόνου με αποτέλεσμα οι αρθρώσεις πάλι να πονούν και ενδεχομένως να πρήζονται. Η διάκριση είναι σημαντική γιατί η θεραπεία της ΡΑ και της ΟΑ είναι εντελώς διαφορετικές. Αυτό είναι και το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο κλινικός γιατρός, αν δηλαδή πρόκειται για φλεγμονώδους ή εκφυλιστικής αρχής αρθρίτιδα. Ωστόσο, είναι πιθανό ένα άτομο να έχει και τους δύο τύπους αρθρίτιδας.
Ποια είναι η θεραπεία της ΡΑ;
Η έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία με τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARDs) είναι σημαντική για να ελεγχθεί η νόσος νωρίς και να προληφθεί η βλάβη των αρθρώσεων αλλά και εξωαρθρικές επιπλοκές, όπως για παράδειγμα καρδιαγγειακές παθήσεις και οστεοπόρωση. Η θεραπεία στοχεύει στον έλεγχο της φλεγμονής και κλιμακώνεται βάσει της ενεργότητας της νόσου.
Αρχικό φάρμακο εκλογής θεωρείται η Μεθοτρεξάτη που ανήκει στα συμβατικά συνθετικά DMARDs. Αυτά τα φάρμακα παράγονται με παραδοσιακές τεχνικές παρασκευής φαρμάκων και είναι συνήθως σε μορφή χαπιών, αν και μερικά είναι ενέσιμα. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν η υδροξυχλωροκίνη, η λεφλουνομίδη και η σουλφασαλαζίνη.
Τα γλυκοκορτικοειδή (κορτιζόνη) χρησιμοποιούνται στην οξεία φάση της νόσου για να ελεγχθεί η φλεγμονή και σε γενικές γραμμές αποφεύγεται η μακροχρόνια χορήγησή τους.
Όταν η νόσος δεν ελέγχεται επαρκώς με τα συμβατικά συνθετικά DMARDs, τότε στο θεραπευτικό σχήμα προστίθενται ισχυρότερα φάρμακα. Αυτά μπορεί να είναι είτε βιολογικά DMARDs είτε στοχευμένα συνθετικά DMARDs.
Τα βιολογικά DMARDs είναι προωθημένα φάρμακα που κατασκευάζονται χρησιμοποιώντας τεχνικές μοριακής βιολογίας (ανασυνδυασμένο DNA), χορηγούνται είτε ενδομυϊκά είτε ενδοφλέβια και στοχεύουν εξωκυττάριες φλεγμονώδεις κυτταροκίνες. Σε αυτά ανήκουν η ετανερσέπτη, η αδαλιμουμάμπη, η αμπατασέπτη, η γκολιμουμάμπη, η τοκιλιζουμάμπη και άλλα.
Την τελευταία πενταετία έχουν αναπτυχθεί νέας γενιάς φάρμακα (στοχευμένα συνθετικά DMARDs), οι αναστολείς των υποδοχέων JAK, που δρουν ενδοκυττάρια. Αυτά τα φάρμακα είναι σε μορφή χαπιών Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η τοφασιτινίμπη, η μπαρισιτινίμπη και η ουπαντασιτινίμπη.
Ποια είναι η πρόγνωση της ΡΑ;
Η ΡΑ ως προοδευτικά εξελισσόμενη νόσος δεν ιάται (εξαλείφεται), όμως ελέγχεται αποτελεσματικά. Έχει μακρά πορεία με εξάρσεις και υφέσεις, άλλοτε άλλης διάρκειας και έντασης. Η κλινική έκβαση της ΡΑ έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια με την ανακάλυψη των βιολογικών παραγόντων και την αλλαγή της θεραπευτικής στρατηγικής η οποία έχει γίνει πιο επιθετική. Στόχος της θεραπείας είναι η όσο το δυνατόν γρηγορότερη επίτευξη ύφεσης ή χαμηλής ενεργότητας της νόσου, ώστε να αποφευχθεί η ιστική βλάβη, που είναι μη αναστρέψιμη. Σε ασθενείς με ΡΑ, την τελευταία δεκαπενταετία, τα καρδιαγγειακά επεισόδια έχουν μειωθεί κατά 30%, η θνησιμότητα κατά 50%, ενώ έχουν μειωθεί σημαντικά η αναπηρία και οι χειρουργικές επεμβάσεις των αρθρώσεων.