Πολιτικά

Υπουργείο Εσωτερικών: «Όχι» σε αλλαγή του εκλογικού νόμου παρά τις πιέσεις των δημοσκοπήσεων

Η απόφαση της κυβέρνησης να διαμηνύσει, μέσω του Υπουργού Εσωτερικών, πως δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγή του εκλογικού νόμου ενόψει των επερχόμενων εθνικών εκλογών, αποτελεί μια κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου και στρατηγικής τακτικής. Σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερά πτωτικές τάσεις για τα κυβερνητικά ποσοστά, η διατήρηση των υφιστάμενων κανόνων της εκλογικής αναμέτρησης ερμηνεύεται πολλαπλώς από αναλυτές και πολίτες.

Από τη μία πλευρά, η άρνηση τροποποίησης του εκλογικού πλαισίου παρουσιάζεται από το κυβερνών κόμμα ως δείγμα θεσμικής σοβαρότητας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης στις δικές του δυνάμεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εκπέμψει ένα μήνυμα αυτοπεποίθησης, αποφεύγοντας κατηγορίες για καιροσκοπικές παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής που θα στόχευαν αποκλειστικά στη διατήρηση της εξουσίας.

Από την άλλη πλευρά, η κριτική της αντιπολίτευσης είναι οξύτατη. Προβάλλεται το επιχείρημα ότι οποιαδήποτε αντίθετη δήλωση ή προσπάθεια αλλαγής του νόμου —για παράδειγμα, με την ενίσχυση του μπόνους των εδρών— θα ισοδυναμούσε με έμμεση ομολογία ήττας και πανικού προ των καλπών. Υπό αυτό το πρίσμα, η κυβέρνηση εμφανίζεται εγκλωβισμένη: μια αλλαγή θα φανέρωνε αδυναμία, ενώ η διατήρηση του νόμου την αφήνει εκτεθειμένη στη φθορά των ποσοστών της, περιορίζοντας τις πιθανότητες επίτευξης αυτοδυναμίας.

Καθώς η χώρα οδηγείται προς τις κάλπες, το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει. Η στρατηγική της «θεσμικής συνέπειας» θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Το βασικό διακύβευμα παραμένει αν η επιλογή αυτή θα αναγνωριστεί από το εκλογικό σώμα ως στάση ευθύνης ή αν η κάλπη θα επιβεβαιώσει τις πτωτικές τάσεις, αναγκάζοντας το πολιτικό σύστημα να κινηθεί προς τη δύσκολη κατεύθυνση των κυβερνήσεων συνεργασίας.

Η ιστορία δείχνει ότι η δήλωση του κ. Λιβάνιου για εκλογές το 2027 ακολουθεί την πεπατημένη: σχεδόν καμία κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν παραδέχεται εκ των προτέρων τις πρόωρες κάλπες, καθώς ο στοιχείο του αιφνιδιασμού αποτελεί κορυφαίο στρατηγικό όπλο.

Ο έλεγχος του πολιτικού χρόνου επιτρέπει στον εκάστοτε πρωθυπουργό να επιλέξει τη στιγμή μέγιστης δικής του συσπείρωσης ή αποδιοργάνωσης των αντιπάλων του. Αν μια κυβέρνηση επιβεβαίωνε τις φήμες για πρόωρες εκλογές, θα «πάγωνε» το κυβερνητικό έργο, θα προκαλούσε πρόωρη εκλογική προετοιμασία στην αντιπολίτευση και θα οδηγούσε τη χώρα σε μια παρατεταμένη, επιζήμια για την οικονομία, προεκλογική περίοδο.

Επομένως, οι διαβεβαιώσεις για «εξάντληση της τετραετίας» είναι θεσμικά επιβεβλημένες, ακόμα και όταν στο παρασκήνιο εξετάζονται όλα τα εναλλακτικά σενάρια. Ο αιφνιδιασμός παραμένει ο κανόνας της πολιτικής σκακιέρας.

Π.Δ.Κ